---
✨ Grand Hotel — Η νέα γραμματέας ✨
Κεφάλαιο 79 — «Υπογραφή»
Το επόμενο πρωί, η πόρτα του γραφείου του άνοιξε χωρίς προειδοποίηση.
---
Η Κιβέλη μπήκε μέσα.
Ίσια.
Σιωπηλή.
Επαγγελματική.
---
Ο Ρήγας σήκωσε το βλέμμα αμέσως.
Σαν να περίμενε εκείνη τη στιγμή όλη μέρα.
---
«Κάθισε.»
είπε απλά.
---
Εκείνη δεν αντέδρασε.
Μόνο πλησίασε το μικρό γραφείο μπροστά από το δικό του και κάθισε.
---
Έβγαλε χαρτί.
Πένα.
Έτοιμη να δουλέψει.
---
«Θέλω να γράψεις κάτι.»
---
Η φωνή του ήταν σταθερή.
Πιο ήρεμη από χθες.
Αλλά όχι λιγότερο έντονη.
---
Η Κιβέλη δεν τον κοίταξε.
«Τι;»
---
Ο Ρήγας πλησίασε αργά πίσω της.
---
Όχι βιαστικά.
Όχι επιθετικά.
Αλλά αρκετά κοντά ώστε να γεμίσει τον χώρο.
---
«Ένα κείμενο για το συμβόλαιο με τη νέα συνεργασία.»
---
Άρχισε να υπαγορεύει.
---
Η Κιβέλη έγραφε.
Γρήγορα.
Καθαρά.
---
Σαν να ήθελε να μείνει μόνο στη δουλειά.
Μόνο εκεί.
---
Ο Ρήγας την παρατηρούσε.
---
Τον τρόπο που κρατούσε την πένα.
Το πώς δεν γύριζε να τον κοιτάξει.
Το πώς είχε χτίσει τοίχο χωρίς να πει λέξη.
---
Κάποια στιγμή σταμάτησε να μιλά.
---
Η Κιβέλη συνέχισε να γράφει για λίγα δευτερόλεπτα.
---
Μετά σήκωσε το βλέμμα.
---
«Συνεχίζετε ή τελειώσαμε;»
---
Ευθεία ερώτηση.
Ψυχρή.
---
Ο Ρήγας δεν απάντησε αμέσως.
---
Αντί γι’ αυτό, πλησίασε λίγο ακόμα.
---
Πίσω της.
---
Η Κιβέλη το ένιωσε αμέσως.
Αλλά δεν κινήθηκε.
---
«Έχεις θυμώσει.»
είπε χαμηλά.
---
«Όχι.»
απάντησε εκείνη αμέσως.
---
Πάρα πολύ γρήγορα.
---
Ο Ρήγας χαμογέλασε ελάχιστα.
---
«Λες ψέματα καλύτερα απ’ όσο νόμιζα.»
---
Η Κιβέλη άφησε την πένα κάτω.
---
«Αν αυτό είναι το μάθημα, τελειώσαμε.»
---
Σηκώθηκε να φύγει.
---
Αλλά εκείνος δεν την άφησε να περάσει εύκολα.
---
Στάθηκε μπροστά της.
Όχι πολύ κοντά.
Αλλά αρκετά ώστε να τη σταματήσει.
---
«Δεν σε έφερα εδώ για να φύγεις.»
---
Η Κιβέλη σήκωσε το βλέμμα.
---
«Με έφερες εδώ για να δουλέψω.»
---
Σιωπή.
---
Ο Ρήγας την κοίταξε για λίγο.
---
Μετά είπε πιο χαμηλά:
---
«Και για να σε δω.»
---
Η Κιβέλη πάγωσε για μισό δευτερόλεπτο.
---
Αλλά δεν άλλαξε έκφραση.
---
«Με βλέπετε κάθε μέρα.»
---
«Όχι έτσι.»
---
Η φωνή του βγήκε πιο αληθινή απ’ όσο ήθελε.
---
Η Κιβέλη κατάπιε.
---
Και για πρώτη φορά εκείνο το πρωί—
τον κοίταξε πραγματικά.
---
Όχι σαν αφεντικό.
Όχι σαν υπάλληλο.
---
Αλλά σαν άνθρωπο που δεν ήξερε τι να κάνει με αυτά που ένιωθε.
---
«Τότε πώς;»
ρώτησε πιο ήσυχα.
---
Ο Ρήγας δεν απάντησε αμέσως.
---
Το βλέμμα του έμεινε πάνω της.
Σαν να έψαχνε τις σωστές λέξεις και να μην τις έβρισκε.
---
«Χωρίς απόσταση.»
είπε τελικά.
---
Και αυτή η φράση—
ήταν πιο επικίνδυνη από οποιοδήποτε άγγιγμα.
🔥